βιολέτα

(violla).Κοινή ονομασία της καλλιεργούμενης ποικιλίας του φυτικού είδους ματθιόλα η πολιά της οικογένειας των σταυρανθών. Έχει βλαστό διακλαδιζόμενο, με τη βάση αποξυλωμένη, ύψος 30-60 εκ., φύλλα επαλλάσσοντα, προμήκη, χνουδωτά, άνθη κόκκινα, λευκά ή ιώδη και καρπούς κέρατα 8-12 εκ. που περιέχουν δισκοειδή, κοκκινωπά, πτερωτά σπέρματα. Συναντάται αυτοφυής σε βραχότοπους κυρίως των παράλιων περιοχών της χώρας μας. Με συνεχείς διασταυρώσεις και επιλογές, έχουν επιτευχθεί πολλές μονοετείς, διετείς ή πολυετείς ποικιλίες με εύοσμα άνθη και διάφορα χρώματα (κόκκινο, μοβ, λευκό, ροζ, μπλε κλπ.). Στην Ελλάδα καλλιεργούνται κυρίως διετείς β., είτε ερασιτεχνικά είτε για την παραγωγή και το εμπόριο ανθέων. Σπέρνονται στο σπορείο τον Σεπτέμβριο και μεταφυτεύονται στο παρτέρι ή στο έτοιμο χωράφι τον Οκτώβριο, για να ανθίσουν την άνοιξη του επόμενου χρόνου. Οι β. καλλιεργούνται και στο θερμοκήπιο, για την παραγωγή ανθών εκτός εποχής. Υπάρχουν β. μονές και διπλές. Οι πρώτες δίνουν τα σπέρματα, οι δεύτερες το άνθος με την καλλωπιστική και εμπορική αξία. Για να εξασφαλιστεί προκαταβολικά η παραγωγή π.χ. μόνο διπλών ανθών, διαλέγονται τα φυτάρια για τη μεταφύτευση από το σπορείο, με βάση ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά: οι κοτυληδόνες των φυταρίων που θα δώσουν διπλά άνθη είναι πράσινες ωχρές, ενώ αυτών που θα δώσουν μονά, πράσινες σκούρες. Στους κήπους οι β. φυτεύονται σε μεγάλα μονόχρωμα παρτέρια μέσα στη χλόη. Φυτεύονται επίσης σε ζαρντινιέρες και σε γλάστρες. Στο βάζο διατηρούνται γύρω στις δύο εβδομάδες. Για να ευδοκιμήσουν απαιτούν ασβεστούχα γόνιμα εδάφη αλλά στραγγερά, και θέσεις ηλιόλουστες. Με την ονομασία β. είναι γνωστό και το είδος που λέγεται επιστημονικά χείρανθος η χείρια.Το είδος αγριοβιολέτα,που επιστημονικά λέγεται μαλκομία η παράλια,ανήκει επίσης στην οικογένεια των σταυρανθών. Έχει απλωτές διακλαδώσεις, τα άνθη της είναι ιώδη και μεγάλα και πρόκειται για φυτό κοινό της ελληνικής χλωρίδας. Βιολέτα η εύοσμος. Μια από τις πιο εντυπωσιακές ποικιλίες βιολέτας.
* * *
η
κοινή ονομασία διαφόρων καλλωπιστικών φυτών: 1) βιολέτα, mathiola incana
2. ίον, μενεξές
3. μανουσάκι, νάρκισσος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. violetta].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βιολέτα — [вьСлэта] ουσ. θ. фиалка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βιολέτα — η αρωματικό λουλούδι σε διάφορες ποικιλίες: Λιβάδι γεμάτο πολύχρωμες βιολέτες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μενεξές — Κοινή ονομασία του είδους Viola odorata της οικογένειας των βιολιδών. Το φυτό αυτό είναι γνωστό και με την ονομασία βιολέτα. Βλ. λ. βιολέτα. * * * ο άλλη ονομασία τής βιολέτας. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. menekse] …   Dictionary of Greek

  • Liste der griechischen Vornamen — Dies ist eine Liste heute gebräuchlicher griechischer Vornamen. Inhaltsverzeichnis 1 Herkunft griechischer Vornamen 2 Kurz und Kosenamen 2.1 Bildung der Kurznamen 2.2 Koseformen 2.3 Kurzformen der Koseformen …   Deutsch Wikipedia

  • Liste griechischer Vornamen — Dies ist eine Liste heute gebräuchlicher griechischer Vornamen. Inhaltsverzeichnis 1 Herkunft griechischer Vornamen 2 Kurz und Kosenamen 2.1 Bildung der Kurznamen 2.2 Koseformen …   Deutsch Wikipedia

  • Viola (Vorname) — Viola ist ein weiblicher Vorname. Der Name Viola bedeutet auf Latein das Veilchen und ist der lateinische Diminutiv des griechischen íon, ursprünglich víon, nach Jon, dem Gründer Athens. Er bedeutet auf Deutsch Veilchen. Der Name kommt in… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste des prénoms grecs — Sommaire 1 Origine des prénoms grecs 2 Attribution des prénoms 3 Fêtes 4 Transcription et translittération …   Wikipédia en Français

  • ίανθος — το (ΑΜ ἴανθος) τα άνθη τού φυτού ίον, βιολέτα ή μενεξές. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ιάνθινος] …   Dictionary of Greek

  • ίον — (Yonne). Νομός της κεντροανατολικής Γαλλίας (7.427 τ. χλμ., 333.221 κάτ. το 1999) στη Βουργουνδία. Πρωτεύουσα του νομού είναι η πόλη Οσέρ. Ο νομός διασχίζεται από τον ομώνυμο ποταμό και τους παραποτάμους του Κιρ, Σερέν και Αρμανσόν. Στο… …   Dictionary of Greek

  • βιόλα — Έγχορδο μουσικό όργανο με τόξο. Έχει τέσσερις χορδές (ντο, σολ, ρε, λα),που κουρδίζονται κατά πέμπτες και ηχούν μια οκτάβα οξύτερα από τις χορδές του βιολοντσέλου. Με διαστάσεις κάπως μεγαλύτερες από το βιολί, η β. έχει κοινό μηχανισμό και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.